Η μουσική δεν είναι απλώς αισθητικό αντικείμενο, αλλά πρωτίστως κοινωνικό φαινόμενο που παράγεται, ρυθμίζεται και αποκτά νόημα μέσα σε πεδία θεσμών, αγορών, δικτύων και ρόλων. Ως εκ τούτου, η κατανόηση της μουσικής απαιτεί εστίαση στις κοινωνικές δομές και πρακτικές που τη συγκροτούν (Roy & Dowd, 2010).
Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη μουσική στην καθημερινή ζωή ως τεχνολογία του εαυτού για ρύθμιση διάθεσης, ενέργειας και κοινωνικής συμπεριφοράς. Αυτή η καθημερινή μουσική πράξη (everyday musicking) καθιστά τη μουσική πόρο για ευεξία, ταυτότητα και οργάνωση της κοινωνικής ζωής (DeNora, 2007).
Η συμβολή της κοινοτικής οπτικής αναδεικνύει τη μουσική ως συνεταιριστική, συμμετοχική πρακτική που καλλιεργεί υποδομές συμμετοχής και συμπερίληψης. Οι κοινότητες μάθησης στη μουσική αναπτύσσουν κοινωνικό κεφάλαιο και διαπραγματεύονται ταυτότητες και δημιουργούν χώρους προσβασιμότητας και συμπερίληψης (Baker & Green, 2018).
Από την πλευρά της νευροεπιστήμης της μουσικής παιδαγωγικής, επισημαίνεται ότι η μουσική ενεργοποιεί διασυνδεδεμένα δίκτυα αντίληψης, κίνησης, συναισθήματος και μάθησης. Επομένως, η μουσική εμπλοκή είναι θεμελιώδης και αδιαχώριστα συνδεδεμένη με το σώμα και γνωστικά πολυδιάστατη, κάτι που εξηγεί την ισχυρή της κοινωνική λειτουργία (Altenmüller & Rauscher, 2007).
2.2.1 Μουσική ως κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο
Η μουσική γίνεται κατανοητή ως πρακτική κοινωνικής αλληλεπίδρασης, δηλαδή ως μουσικεύειν (musicking) και ως καθημερινός πόρος υγείας και ευεξίας, όχι μόνο ως έργα και αισθητικά αντικείμενα. Με τον όρο μουσικεύειν νοείται μια ενεργητική πράξη συμμετοχής στον χώρο της μουσικής, από τον εκτελεστή έως τον ακροατή που συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή όλα τα άτομα που συμμετέχουν ενεργά σε μια χωρικά και χρονικά προσδιορισμένη μουσική εκτέλεση (Small, 1998).
Η μουσική λειτουργεί ως τεχνολογία του εαυτού, μέσο ρύθμισης συναισθήματος και διάθεσης από τους ίδιους τους συμμετέχοντες στην καθημερινότητα. Οι επιδράσεις της μουσικής δεν ερμηνεύονται ως ιδιότητες του έργου καθεαυτού, αλλά ως αποτέλεσμα κοινωνικά και βιογραφικά διαμεσολαβημένων χρήσεων.
Επίσης, η μουσική έχει άμεσες ενσώματες διαστάσεις και επηρεάζει την απόδοση και δράση των σωμάτων σε κοινωνικές δραστηριότητες. Αυτό καθιστά τη μουσική ένα υλικό και κινητικό πλαίσιο συντονισμού και συμμετοχής (DeNora, 2007).
Η υγεία, η ικανότητα και η αναπηρία επηρεάζονται από κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Σε αυτό το πλαίσιο, η μουσική λειτουργεί μετασχηματιστικά. Η θέση αυτή συνδέει άμεσα τη μουσική με την προσβασιμότητα και τη συμπερίληψη. Αλλαγές στα περιβάλλοντα και στις πρακτικές αλλάζουν και το πώς βιώνεται η ικανότητα και η συμμετοχή.
Έτσι, η μουσική λειτουργεί ως πολιτισμικός πόρος κοινωνικής ικανότητας και συμμετοχής.
Επισημαίνεται η ανάγκη για γεφύρωση ανάμεσα στις μορφές μουσικής δραστηριότητας της θεραπευτικής αίθουσας, των κοινοτικών χώρων και της ιδιωτικής αυτορρύθμισης. Αναγνωρίζεται ότι οι άνθρωποι διαθέτουν έμφυτη ικανότητα να χρησιμοποιούν τη μουσική για ευεξία, καθώς και ότι οι επαγγελματίες μπορούν να ενισχύουν αυτή τη χρήση (DeNora, 2007).
Η ουσία της μουσικής δεν βρίσκεται στα έργα, αλλά στην πράξη της συμμετοχής. Η μουσική νοείται πρωτίστως ως πράξη και συμμετοχή, όχι ως στατικό αντικείμενο και το νόημά της έγκειται στις σχέσεις που εγκαθίστανται ανάμεσα στους συμμετέχοντες κατά την εκτέλεση. Η μουσική πράξη λειτουργεί ως τελετουργία, μέσα από την οποία οι άνθρωποι εμπειρικά διερευνούν, επιβεβαιώνουν και γιορτάζουν τις αντιλήψεις τους για το πώς σχετίζονται μεταξύ τους και με τον κόσμο (Small, 1998).
Σε κοινωνιολογικό επίπεδο, αναδεικνύεται ότι πολλαπλές μορφές μουσικεύειν (musicking) συνυπάρχουν μέσα στην ίδια κοινωνία, επειδή διαφορετικές κοινωνικές ομάδες διαμορφώνουν διαφορετικά σύνολα σχέσεων μέσω της μουσικής πράξης. Άρα κάθε παράσταση κρίνεται από την αποτελεσματικότητά της να επιτρέπει στους συμμετέχοντες να εξερευνούν και να επιβεβαιώνουν τις δικές τους ιδανικές σχέσεις (Small, 1998).
Στο πλαίσιο της κοινοτικής μουσικής, οι συμμετοχικές μουσικές πρακτικές δημιουργούν χώρους πρόσβασης και συμπερίληψης, καλλιεργούν κοινωνικό κεφάλαιο και επιτρέπουν τη διαπραγμάτευση ταυτοτήτων μέσα σε κοινότητες μάθησης, ως κρίσιμη βάση για συμπεριληπτικές πολιτιστικές πολιτικές (Baker & Green, 2018).
Επίσης, η μουσική εξετάζεται ως αντικείμενο της κοινωνιολογικής ανάλυσης, τονίζοντας ότι οι μουσικές μορφές και καριέρες παράγονται μέσα σε πεδία θεσμών, αγορών, δικτύων και ρόλων. Συνεπώς, η κατανόηση της μουσικής απαιτεί εστίαση στις κοινωνικές δομές που τη συγκροτούν (Roy & Dowd, 2010).
Τα τεκμήρια από τις νευροεπιστήμες της μουσικής δείχνουν ότι η μουσική εμπλοκή ενεργοποιεί δίκτυα αντίληψης, κίνησης, συναισθήματος και μάθησης. Αυτή η ενσώματη και πολυδιάστατη φύση βοηθά να ερμηνεύσουμε γιατί η μουσική λειτουργεί ως ισχυρός κοινωνικός μηχανισμός (Altenmüller & Rauscher, 2007).
2.2.2 Κοινωνιοπολιτισμικές και κριτικές προσεγγίσεις στη μουσική
Εστιάζοντας σε ζητήματα δικαιωμάτων, ισότητας και μη διάκρισης, υπογραμμίζεται πως οι πολιτισμικές πρακτικές οφείλουν να αναστοχάζονται συστημικά εμπόδια και να υιοθετούν δικαιωματικές αρχές (προσβασιμότητα, εύλογες προσαρμογές), ώστε η πολιτιστική συμμετοχή να είναι ουσιαστικά ισότιμη (Shakespeare, 2013).
Η μουσική εξετάζεται ως κοινωνικό προϊόν που συγκροτείται μέσα σε πεδία θεσμών, αγορών, τεχνολογιών και δικτύων, δείχνοντας ότι οι πρακτικές δεν είναι φυσικές, αλλά κοινωνικά οργανωμένες. Άρα, η ανάλυση της μουσικής απαιτεί εστίαση στις δομές που πλαισιώνουν την παραγωγή και τη χρήση της (Roy & Dowd, 2010). Η μουσική μπορεί να ιδωθεί ως κοινωνικά διαμεσολαβημένη πρακτική.
Από την οπτική της θεωρίας της πρακτικής, υποστηρίζεται ότι η μουσική δρα ως τεχνολογία του εαυτού και πολιτισμικός πόρος με τον οποίο οι άνθρωποι ρυθμίζουν συναίσθημα και ταυτότητα στην καθημερινότητα. Έτσι, τα αποτελέσματα της μουσικής αναδύονται από τις κοινωνικά διαμεσολαβημένες χρήσεις της, παρά από εγγενείς ιδιότητες έργων (DeNora, 2007).
Στο πλαίσιο της κοινοτικής μουσικής, αναδεικνύονται οι συμμετοχικές πρακτικές ως μηχανισμούς πρόσβασης και συμπερίληψης: κοινότητες μάθησης, άτυπα σύνολα και εργαστήρια συγκροτούν χώρους συμπερίληψης και κοινωνικό κεφάλαιο, επιτρέποντας διαπραγμάτευση ταυτοτήτων (Baker & Green, 2018).
Η γνώση φέρνει κατανόηση.
Η κατανόηση φέρνει συμπερίληψη. 💙
Μοιράσου αυτό το άρθρο με κάποιον που μπορεί να ωφεληθεί.
