Ο Γιάννης και η αγελάδα
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα αγόρι με τη μητέρα του. Το αγόρι το έλεγαν Γιάννη.
Ήταν πολύ φτωχοί. Το μόνο που τους είχε απομείνει ήταν μια αγελάδα.
«Γιάννη», είπε η μητέρα του ένα πρωί, «πρέπει να πουλήσουμε την αγελάδα για να αγοράσουμε ψωμί.»
Ο Γιάννης πήρε την αγελάδα από το σκοινί και ξεκίνησε για την αγορά.

Οι μαγικές φασολιές
Στον δρόμο τον σταμάτησε ένας ηλικιωμένος άντρας.
«Θέλεις να αλλάξεις την αγελάδα με πέντε μαγικές φασολιές;» τον ρώτησε.
Ο Γιάννης δίστασε. Μετά όμως κοίταξε τις φασολιές που έλαμπαν στην παλάμη του άντρα και δέχτηκε.
Γύρισε σπίτι τρέχοντας. «Μαμά, δες τι πήρα!»
Η μητέρα του στενοχωρήθηκε πολύ. «Φασολιές; Και τι θα φάμε απόψε;»
Πέταξε τις φασολιές από το παράθυρο και πήγε να κοιμηθεί.

Η φασολιά που έφτανε στα σύννεφα
Το πρωί ο Γιάννης ξύπνησε και το δωμάτιο ήταν σκοτεινό.
Έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο και έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Μια τεράστια φασολιά είχε φυτρώσει μέσα στη νύχτα. Ανέβαινε ψηλά, πάνω από τα σύννεφα!
Ο Γιάννης έπιασε τα κλαδιά και άρχισε να σκαρφαλώνει. Ανέβαινε και ανέβαινε.

Το κάστρο στα σύννεφα
Στην κορυφή βρήκε ένα τεράστιο κάστρο.
Μπήκε αθόρυβα. Όλα εκεί μέσα ήταν πελώρια: το τραπέζι, οι καρέκλες, τα πιάτα.
Στη γωνία καθόταν ένας γίγαντας και μετρούσε χρυσά νομίσματα.
Ο Γιάννης κρύφτηκε πίσω από μια κανάτα.
Τότε πρόσεξε κάτι. Πάνω στο σακί με τα νομίσματα ήταν κεντημένο το όνομα του πατέρα του.
Ο γίγαντας τους είχε πάρει αυτά τα χρήματα πριν από πολλά χρόνια.

Πίσω στη γη
Ο Γιάννης πήρε το σακί και έτρεξε προς τη φασολιά.
Ο γίγαντας τον άκουσε. «Σταμάτα!» φώναξε και βγήκε τρέχοντας.
Ο Γιάννης κατέβαινε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Η φασολιά κουνιόταν πέρα δώθε.
Μόλις πάτησε στο χώμα, πήρε το τσεκούρι και έκοψε τη φασολιά.
Η φασολιά έπεσε στο χωράφι. Ο γίγαντας έμεινε ψηλά, πάνω από τα σύννεφα, και δεν ξανακατέβηκε ποτέ.
Ο Γιάννης έδωσε το σακί στη μητέρα του. «Ήταν του μπαμπά», της είπε.
Από εκείνη τη μέρα δεν πείνασαν ποτέ ξανά.

Θυμήσου: Το θάρρος δεν είναι να μη φοβάσαι. Είναι να προχωράς ακόμα κι όταν φοβάσαι.
