
Σε ένα ξύλινο σπιτάκι, στην άκρη του δάσους, ζούσε η μαμά κατσίκα με τα εφτά κατσικάκια της.
Ένα πρωί η μαμά τούς φώναξε όλους κοντά της.
«Παιδιά μου, θα πάω στο δάσος για φαγητό. Θα λείψω για λίγο.»
«Μην ανοίξετε την πόρτα σε κανέναν. Ο λύκος έχει βραχνή φωνή και μαύρα πόδια.»
Τα κατσικάκια υποσχέθηκαν να προσέχουν.

Λίγη ώρα μετά, κάποιος χτύπησε την πόρτα.
«Ανοίξτε, παιδιά μου. Η μαμά ήρθε!»
Η φωνή όμως ήταν βαριά και βραχνή.
«Δεν είσαι η μαμά μας!» φώναξαν τα κατσικάκια. «Η μαμά μας έχει γλυκιά φωνή.»
Ο λύκος έφυγε θυμωμένος.

Ο λύκος όμως δεν τα παράτησε.
Έφαγε ένα κομμάτι κιμωλία για να γίνει η φωνή του λεπτή. Μετά γύρισε πίσω και χτύπησε ξανά.
«Ανοίξτε, παιδιά μου. Η μαμά ήρθε!» είπε με λεπτή φωνή.
Τότε ακούμπησε το πόδι του στο παράθυρο. Ήταν μεγάλο και μαύρο.
«Σε είδαμε!» φώναξαν τα κατσικάκια. «Δεν σου ανοίγουμε!»

Ο λύκος θύμωσε πολύ. Έσπρωξε δυνατά την πόρτα και μπήκε μέσα.
Τα κατσικάκια όμως ήταν έξυπνα. Κρύφτηκαν γρήγορα.
Ένα κάτω από το τραπέζι. Ένα μέσα στο μπαούλο. Ένα κάτω από το κρεβάτι.
Και το πιο μικρό κατσικάκι χώθηκε μέσα στο μεγάλο ρολόι.
Ο λύκος έψαξε παντού, αλλά δεν βρήκε κανένα.
Ξαφνικά άκουσε τη φωνή της μαμάς κατσίκας από το μονοπάτι. Φοβήθηκε πολύ.
Έτρεξε έξω και χάθηκε μέσα στο δάσος. Δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Η μαμά κατσίκα μπήκε στο σπίτι. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και όλα ήταν άνω κάτω.
«Παιδιά μου, πού είστε;» φώναξε.
Ένα ένα, τα κατσικάκια βγήκαν από τις κρυψώνες τους.
Τελευταίο βγήκε το πιο μικρό, μέσα από το ρολόι.
Η μαμά τα αγκάλιασε όλα μαζί. Ήταν όλα καλά.

Το απόγευμα βγήκαν όλοι έξω, δίπλα στο πηγάδι.
Έπιασαν τα χέρια τους και χόρεψαν στον ήλιο.
«Τα καταφέρατε επειδή προσέξατε», είπε η μαμά. «Και επειδή βοηθήσατε ο ένας τον άλλον.»
Θυμήσου: Όταν κάτι σε φοβίζει, δεν ανοίγεις την πόρτα. Φωνάζεις έναν μεγάλο που εμπιστεύεσαι.
