Η συμπεριληπτική αγορά εργασίας ορίζεται ως η αγορά στην οποία όλοι μπορούν να συμμετέχουν, ανεξάρτητα από αναπηρία ή άλλη ευαλωτότητα. Η έννοια αυτή παραπέμπει σε ένα πλαίσιο εργασιακής συμπερίληψης, όπου τα άτομα με αναπηρία δεν αντιμετωπίζονται ως εξαίρεση ή ως ειδική κατηγορία προστατευόμενων, αλλά ως ισότιμα μέλη του εργατικού δυναμικού, για τα οποία εξασφαλίζονται εύλογες προσαρμογές, υποστηρικτικές δομές και ίσες ευκαιρίες πρόσβασης, παραμονής και εξέλιξης στην εργασία. Στα άτομα με αναπηρία πρέπει να εξασφαλίζονται εύλογες προσαρμογές, υποστηρικτικές δομές και ίσες ευκαιρίες πρόσβασης, παραμονής και εξέλιξης στην εργασία. Παρά την ύπαρξη σχετικής νομοθεσίας και ποσοστώσεων σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι δεν έχει επιτευχθεί ακόμη μια πραγματικά συμπεριληπτική αγορά εργασίας με συγκρίσιμες ευκαιρίες και αποτελέσματα για τα άτομα με και χωρίς αναπηρία (Vornholt et al., 2018).
Η συμπερίληψη νοείται ως ισότιμη συμμετοχή στην εργασία σε ίση βάση με τους άλλους, με έμφαση στην απαγόρευση διακρίσεων και στις υποχρεώσεις των εργοδοτών να διαμορφώνουν όρους πρόσβασης, παραμονής και εξέλιξης που αίρουν τα εμπόδια. Στο πεδίο της οργανωσιακής ψυχολογίας, αυτό μεταφράζεται σε πολιτικές και πρακτικές συμπερίληψης που συνδέονται ρητά με τη σχετική νομοθεσία (Vornholt et al., 2013).
Καθοριστικής σημασίας είναι ότι η εργασιακή συμπερίληψη δεν εξαντλείται στην απόκτηση θέσης εργασίας αλλά προϋποθέτει κοινωνική συμπερίληψη στον μικρόκοσμο της ομάδας εργασίας, δηλαδή αποδοχή από συναδέλφους και προϊσταμένους, σχέσεις συνεργασίας, καθώς και βιώσιμη παραμονή (sustainable employment). Με όρους κοινωνικής ψυχολογίας, η αποδοχή λειτουργεί ως βασικός όρος ευημερίας και προϋπόθεση για να ενεργοποιηθούν τα θετικά αποτελέσματα της εργασίας (κίνητρα, υγεία, συμμετοχή). Επομένως, η επιτυχής συμπερίληψη ορίζεται λειτουργικά όταν ο εργαζόμενος με αναπηρία αναγνωρίζεται ως πλήρες μέλος της ομάδας (Vornholt et al., 2013).
Ως προς τους προσδιοριστικούς παράγοντες, η αποδοχή και η συμπερίληψη επηρεάζονται από χαρακτηριστικά συναδέλφων όπως εξοικείωση, γνώση και στάσεις.
Παρομοίως, επηρεάζονται από χαρακτηριστικά του εργαζομένου, όπως η απόδοση, η κοινωνική συμπεριφορά και η επικοινωνία, καθώς και από οργανωσιακούς παράγοντες, διασύνδεση καθηκόντων, ισοτιμία ευθυνών, παρουσία και άλλων εργαζομένων με αναπηρία, κουλτούρα και ύφος διοίκησης. Αυτοί οι παράγοντες συνδέονται με τις προσδοκίες και τελικά με την πρακτική μεταχείριση στον χώρο εργασίας.
Τα εμπειρικά δεδομένα που υπογραμμίζουν την ανάγκη συμπερίληψης δείχνουν επίμονες ανισότητες στην απασχόληση, ενώ η κοινωνική αποστασιοποίηση και τα στερεότυπα επιδεινώνουν την εμπειρία των ήδη απασχολούμενων. Αυτό τεκμηριώνει ότι η εργασιακή συμπερίληψη πρέπει να ορίζεται και να αξιολογείται πέρα από τον δείκτη πρόσληψης, περιλαμβάνοντας την κοινωνική συμπερίληψη και την αποδοχή στο εργασιακό περιβάλλον (Vornholt et al., 2013).
Τέλος, στο επίπεδο του εργοδότη, η συμπερίληψη προϋποθέτει ηγεσία, κουλτούρα ποικιλομορφίας, σχεδιασμό για συμπερίληψη (inclusive work design) και ενεργές πρακτικές πρόσβασης, επειδή οι στάσεις και το οργανωσιακό πλαίσιο λειτουργούν ως προαπαιτούμενα της επιτυχούς συμπερίληψης και διατήρησης εργαζομένων με αναπηρίες (Vornholt et al., 2018).
Στο πλαίσιο της ICF, η αναπηρία ορίζεται ως αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης ατομικών χαρακτηριστικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, γεγονός που συνδέει την κοινωνική συμμετοχή με τη συμμετοχή στην εργασία (Bickenbach, 2011). Η CRPD θεσπίζει δικαιώματα ισότιμης συμμετοχής και ειδικές υποχρεώσεις στα ζητήματα εργασίας γεφυρώνοντας ρητά την κοινωνική ισότητα με την απασχόληση (United Nations, 2006).
Στο μικροεπίπεδο του χώρου εργασίας, η έλλειψη αποδοχής από συναδέλφους αποτελεί παράγοντα αποτυχίας διατήρησης θέσης, δείχνοντας ότι η κοινωνική συμπερίληψη εντός ομάδας είναι προϋπόθεση της εργασιακής συμπερίληψης (Vornholt et al., 2013). Η ύπαρξη θέσης εργασίας δεν επαρκεί χωρίς συμπερίληψη στον κοινωνικό ιστό της ομάδας, καθώς η αποδοχή και οι υποστηρικτικές σχέσεις ενεργοποιούν τα οφέλη της απασχόλησης (Vornholt et al., 2018).
Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες της ICF λειτουργούν ως φραγμοί ή διευκολυντές της συμμετοχής, άρα οι παρεμβάσεις που τους μεταβάλλουν ωφελούν ταυτόχρονα κοινωνική και εργασιακή συμπερίληψη (Bickenbach, 2011). Τα επίμονα ελλείμματα στην απασχόληση ατόμων με αναπηρίες καθιστούν την ενίσχυση της εργασιακής συμμετοχής ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και κοινωνικοοικονομικής αναγκαιότητας (Vornholt et al., 2018).
Υπογραμμίζεται ότι η εργασία αποτελεί βασική διάσταση της κοινωνικής συμμετοχής. Οι περιορισμοί στην πρόσβαση και παραμονή στην αγορά εργασίας οδηγούν σε χαμηλότερα εισοδήματα, υψηλότερα ποσοστά φτώχειας και μειωμένη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή των κοινοτήτων. Έτσι, η εργασιακή συμπερίληψη λειτουργεί ως προϋπόθεση, αλλά και ως δείκτης, ευρύτερης κοινωνικής συμπερίληψης καθώς, όταν οι άνθρωποι με αναπηρία έχουν σταθερή, αξιοπρεπώς αμειβόμενη εργασία, ενισχύεται η αυτονομία, η κοινωνική τους αναγνώριση και η δυνατότητα άσκησης των υπόλοιπων κοινωνικών τους ρόλων. Αντίστροφα, οι αποκλεισμοί από την αγορά εργασίας τείνουν να αναπαράγουν κοινωνικό αποκλεισμό, να εντείνουν τις ανισότητες και να περιορίζουν τις δυνατότητες συμμετοχής σε άλλους τομείς της ζωής (Vornholt et al., 2018).
Η κοινωνική και η εργασιακή συμπερίληψη συνιστούν αλληλοτροφοδοτούμενες και αμφίδρομες διαστάσεις της συμπερίληψης των ατόμων με αναπηρία, αφού η πρόσβαση σε αξιοπρεπή, αμειβόμενη εργασία ενισχύει την κοινωνική συμμετοχή, ενώ η κοινωνική συμμετοχή (προσβασιμότητα, μεταφορές, υπηρεσίες, δίκτυα) λειτουργεί ως προϋπόθεση για την πρόσβαση και διατήρηση της εργασίας (United Nations, 2006, Άρθρα 9, 19, 27). Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών συνδέει ρητά το δικαίωμα στην εργασία με τις υποχρεώσεις για προσβασιμότητα (Άρθρο 9), διαβίωση και συμπερίληψη στην κοινότητα (Άρθρο 19) και εργασία και απασχόληση (Άρθρο 27), αποτυπώνοντας μια οικοσυστημική λογική. Χωρίς προσβάσιμες μετακινήσεις, πληροφορία, τεχνολογία και υπηρεσίες υποστήριξης, η ισότιμη συμμετοχή στην αγορά εργασίας παραμένει ανέφικτη (United Nations, 2006, Άρθρα 9, 19, 27).
Σε επίπεδο κοινωνικής συμμετοχής, η σταθερή απασχόληση προάγει την οικονομική αυτονομία, ενισχύει το κοινωνικό κεφάλαιο (σχέσεις, δίκτυα, ρόλοι) και μειώνει την περιθωριοποίηση, δημιουργώντας θετικό κύκλο μεταξύ ταυτότητας και ενεργού πολιτειότητας (United Nations, 2006).
Στον χώρο της νοητικής αναπηρίας αναδεικνύεται ότι οι κοινωνικές στάσεις και η οργανωσιακή κουλτούρα λειτουργούν ταυτόχρονα ως εμπόδια κοινωνικής και εργασιακής συμπερίληψης (Jacob et al., 2023). Στη μελέτη αυτή, η διάκριση ιεραρχείται ως κορυφαίο εμπόδιο, ακολουθούμενη από τον στιγματισμό και το περιβάλλον εργασίας, επιβεβαιώνοντας ότι οι μετασχηματισμοί κουλτούρας και στάσεων εργοδοτών δεν είναι περιφερειακοί αλλά κεντρικοί στόχοι πολιτικής (Jacob et al., 2023). Η CRPD στο Άρθρο 8 επιβάλλει ευαισθητοποίηση και εύλογες προσαρμογές ως θεσμικούς μηχανισμούς που μειώνουν τα κοινωνικά εμπόδια στον χώρο εργασίας (United Nations, 2006, Άρθρα 8, 27).
Η εκπαίδευση και κατάρτιση (Άρθρο 24) και η αποκατάσταση και ενδυνάμωση δεξιοτήτων (Άρθρο 26) αποτελούν γέφυρες ανάμεσα στην κοινωνική και την εργασιακή συμπερίληψη, επειδή καλλιεργούν δεξιότητες απασχολησιμότητας (επικοινωνία, συνεργασία, αυτορρύθμιση) και ταυτόχρονα δημιουργούν πλαίσια συμμετοχής (μαθησιακές κοινότητες, πρακτικές άσκησης, coaching) που οικοδομούν κοινωνικά δίκτυα (United Nations, 2006, Άρθρα 24, 26).
Ανακεφαλαιώνοντας, προκύπτει ότι η κοινωνική και η εργασιακή συμπερίληψη λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Οι παρεμβάσεις σε επίπεδο κοινότητας και υποδομών, όπως η προσβασιμότητα, οι μεταφορές, οι υπηρεσίες και η ευαισθητοποίηση, καθώς και οι παρεμβάσεις σε επίπεδο ατόμου και οργανισμού, όπως η κατάρτιση, οι εύλογες προσαρμογές και η οργανωσιακή κουλτούρα αλληλοενισχύονται, οδηγώντας σε μεγαλύτερη πρόσβαση, σταθερότητα και εξέλιξη στην εργασία.
Η γνώση φέρνει κατανόηση.
Η κατανόηση φέρνει συμπερίληψη. 💙
Μοιράσου αυτό το άρθρο με κάποιον που μπορεί να ωφεληθεί.
