Ο Ήφαιστος ήταν ένα μικρό ηφαίστειο.
Κάθε φορά που θύμωνε, η φωτιά μέσα του φούσκωνε και — ΜΠΑΜ! Εκρηγνυόταν.
Τότε όλοι έφευγαν τρέχοντας. Ο Ήφαιστος έμενε μόνος και λυπημένος.
Μια μέρα, ένα μικρό πουλί κάθισε στην κορυφή του.
«Γιατί εκρήγνυσαι πάντα;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω πώς να σταματάω τον θυμό μου», είπε ο Ήφαιστος.
«Κάνε αυτό», είπε το πουλί. «Πάρε ανάσα αργά. Μέσα… έξω… μέσα… έξω.»
Ο Ήφαιστος δοκίμασε. Μια φορά. Δύο φορές. Τρεις φορές.
Η φλόγα μικρύνε — έγινε μια μικρή, ζεστή φλόγα σαν κεράκι.
«Τα κατάφερα!» είπε ο Ήφαιστος χαρούμενος.
«Ο θυμός δεν φεύγει τελείως», είπε το πουλί. «Αλλά μπορείς να τον κάνεις μικρότερο.»
Θυμήσου: Όταν θυμώνεις — ανάσα μέσα, ανάσα έξω.
