Η συζήτηση για την εργασιακή συμπερίληψη στον καλλιτεχνικό τομέα δεν μπορεί να αγνοήσει τη διεύρυνση της κοινωνικής οικονομίας και τη δημιουργία υβριδικών μορφών οργάνωσης, όπως οι κοινωνικές επιχειρήσεις οι οποίες συνδυάζουν οικονομική δραστηριότητα με ρητούς κοινωνικούς στόχους. Οι κοινωνικές επιχειρήσεις ορίζονται ως εμπορικές δομές με κοινωνική συνείδηση και πρωταρχικό σκοπό τη δημιουργία κοινωνικής αξίας μέσω απασχόλησης και κατάρτισης ομάδων που αντιμετωπίζουν μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας, συμπεριλαμβανομένων ατόμων με αναπηρίες. Επίσης, επισημαίνεται ότι οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται σε τέτοιους φορείς είναι συχνά χαμηλά αμειβόμενες και επισφαλείς, με κίνδυνο αναπαραγωγής μορφών φτώχειας αντί υπέρβασής τους (Hall & Wilton, 2011).
Στον ευρύτερο χώρο των τεχνών, οι έρευνες για την απασχολησιμότητα υπογραμμίζουν ότι οι καλλιτέχνες και ειδικά οι μουσικοί συχνά ακολουθούν πολλαπλούς βραχυπρόθεσμους και συχνά ασταθείς ρόλους, γεγονός που αυξάνει τις απαιτήσεις για αυτοδιαχείριση, επιχειρηματικότητα και δικτύωση (Burland et al., 2023). Σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνική επιχειρηματικότητα στις τέχνες μπορεί να φανεί ως στρατηγική απάντηση σε αγορές εργασίας υψηλής αβεβαιότητας, επειδή δημιουργεί συλλογικές και κοινοτικές δομές μέσα από τις οποίες καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένων ατόμων με αναπηρία, αποκτούν πρόσβαση σε ρόλους, αμοιβές και επαγγελματική αναγνώριση (Burland et al., 2023).
Για να κατανοήσουμε τη φύση αυτών των καλλιτεχνικών πρωτοβουλιών, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στις ρίζες της κοινοτικής τέχνης (community arts). Η κοινοτική μουσική δεν αποτελεί μια αυτόνομη εμφάνιση, αλλά γεννήθηκε ως παρακλάδι του ευρύτερου κινήματος των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Αυτή η ιστορική κληρονομιά είναι κρίσιμη, καθώς μετέφερε το κέντρο βάρους από την καλλιτεχνική τελειότητα στην ενεργό συμμετοχή και την κοινωνική δράση. Πρόκειται για αρχές που αποτελούν μέχρι σήμερα τη βάση για τη συμπερίληψη των ατόμων με αναπηρία. Στο ίδιο πνεύμα, η κοινοτική τέχνη περιγράφεται ως πρακτική που προωθεί τη συμμετοχή ανεξαρτήτως προηγούμενης κατάρτισης ή «ταλέντου», απευθύνεται σε ομάδες με περιορισμένη πρόσβαση στις τέχνες και στοχεύει σε ενδυνάμωση, πρόσβαση, ποιότητα και αλλαγή, αξιοποιώντας την τέχνη ως μέσο κοινωνικού μετασχηματισμού (Higgins, 2008). Μέσα από αυτή τη διαδρομή, διαμορφώθηκαν επαγγελματικοί ρόλοι όπως οι κοινοτικοί μουσικοί και οι συντονιστές εργαστηρίων, που συνδυάζουν μουσικές, παιδαγωγικές, διοικητικές και επικοινωνιακές δεξιότητες, ανοίγοντας έναν χώρο εργασίας πέρα από την παραδοσιακή αγορά της μουσικής βιομηχανίας. Οι ρόλοι αυτοί συχνά συνδέονται με πολιτιστικά κέντρα, ορχήστρες, φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης ή ανεξάρτητα σχήματα και προϋποθέτουν συνεργασίες με οργανισμούς και τοπικούς φορείς, χαρακτηριστικό που τους φέρνει κοντά στη λογική κοινωνικών επιχειρήσεων και υβριδικών οργανώσεων (Higgins, 2008).
Συγκεκριμένα παραδείγματα κοινωνικά προσανατολισμένων καλλιτεχνικών δομών παρουσιάζει το εγχειρίδιο Transition to Employment: Model Projects Fostering Careers in the Arts for Youth with Disabilities. Το πρόγραμμα Urban Artisans της VSA Indiana περιγράφεται ως πρόγραμμα πρακτικής (internship) που λειτουργεί σε επιχειρηματικό μοντέλο, στο οποίο νέοι άνθρωποι με αναπηρίες εισέρχονται μέσω διαδικασιών επιλογής, αξιολογούνται ως εργαζόμενοι, αμείβονται και εργάζονται με κανόνες εργασιακής συμπεριφοράς, ενώ η παραγωγή τους πωλείται σε γκαλερί, καταστήματα λιανικής και τοπικές αγορές τέχνης. Το εγχειρίδιο αναδεικνύει επίσης ότι η λειτουργία του προγράμματος στηρίζεται σε ένα πλέγμα εταίρων (εκπαιδευτικές δομές, ειδικοί παιδαγωγοί, γκαλερί, ιδρύματα και δημόσιοι φορείς), οι οποίοι υποστηρίζουν τη στρατολόγηση, την αξιολόγηση, τις δυνατότητες έκθεσης και την οικονομική βιωσιμότητα. Με αυτόν τον τρόπο το Urban Artisans συγκροτεί έναν υβριδικό χώρο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως εργαστήριο, κέντρο κατάρτισης όπου οι συμμετέχοντες αναπτύσσουν τεχνικές και καλλιτεχνικές δεξιότητες, δεξιότητες οργάνωσης χώρου και εξυπηρέτησης πελατών και επαγγελματικές στάσεις όπως συνέπεια, υπευθυνότητα και συνεργασία, σε περιβάλλον που προσομοιάζει πραγματικό εργασιακό πλαίσιο. Επιπλέον, η σύνδεση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας με δείκτες επαγγελματικής πορείας (εργασία ή συνέχιση σπουδών μετά την αποφοίτηση) και με αξιολόγηση δεξιοτήτων που σχετίζονται με την εργασία υποδηλώνει ότι η παρέμβαση αυτή οργανώνεται ως ρητή διαδρομή μετάβασης και όχι ως απλή δημιουργική απασχόληση (Malley, 2012).
Ίδια λογική αλλά σε διαφορετική κλίμακα, εμφανίζεται σε κοινοτικά προγράμματα μουσικής, όπου η συμμετοχή σε σύνολα, εργαστήρια και δημόσιες εκδηλώσεις μπορεί να δημιουργεί χώρους επαγγελματικής ταυτότητας και δυνητικές διαδρομές προς την εργασία, ακόμη και όταν ο φορέας δεν αυτοπροσδιορίζεται ως κοινωνική επιχείρηση. Η συστηματική συμμετοχή σε εβδομαδιαία κοινοτικά μουσικά εργαστήρια συνδέεται με βελτιώσεις στην επικοινωνία, την κοινωνική αλληλεπίδραση και την κοινή προσοχή, καθώς και με ενίσχυση της αυτοέκφρασης, της αυτοπεποίθησης και της διάθεσης. Παρότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα δεν ορίζεται ως κοινωνική επιχείρηση, η οργανωτική του μορφή (ανθρώπινο δυναμικό, συνεργασίες με υπηρεσίες φροντίδας, σταθερή ρουτίνα συναντήσεων και δημόσιες παρουσιάσεις) προσομοιάζει πρακτικές οργανισμών που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι χώροι μεταξύ κοινοτικής συμμετοχής και ανάληψης ρόλων με χαρακτηριστικά απασχολησιμότητας (MacGlone et al., 2020).
Στις Τέχνες της Αναπηρίας, έρευνες για τις ζωές και τις καριέρες ανάπηρων και κωφών καλλιτεχνών αναδεικνύουν ότι οι επαγγελματικές διαδρομές διαμορφώνονται μέσα σε άνισα πολιτιστικά πεδία, όπου οι υλικοί πόροι, οι πολιτικές για την αναπηρία και οι θεσμικές πρακτικές επηρεάζουν καθοριστικά την πρόσβαση και τη σταθερότητα της εργασίας (Salonlahti et al., 2021). Έτσι, οργανισμοί Τεχνών της Αναπηρίας, συμπεριληπτικά προγράμματα και κοινωνικά φεστιβάλ μπορούν να λειτουργήσουν ως κόμβοι υβριδικής οργάνωσης και κοινωνικής επιχειρηματικότητας, προσφέροντας πλατφόρμες δημιουργίας, ευκαιρίες αμειβόμενης εργασίας, δικτύωση και ορατότητα (Salonlahti et al., 2021). Αντίστοιχα, η Drake Music υποστηρίζει ότι τέτοιοι οργανισμοί επαναπροσδιορίζουν την καινοτομία στη μουσική τεχνολογία μέσα από τη σκοπιά της αναπηρίας και της συλλογικής πρακτικής, τοποθετώντας ανάπηρους μουσικούς ως δημιουργούς και επαγγελματίες και όχι ως ωφελούμενους (Clowes, 2017).
Πολιτικές και ερευνητικές παρεμβάσεις που χαρτογραφούν την απασχόληση στις τέχνες για άτομα με αναπηρία αναδεικνύουν τόσο τα εμπόδια όσο και στρατηγικές αύξησης ευκαιριών, εντάσσοντας στην ατζέντα τόσο νέες επιχειρηματικές μορφές (κοινωνικές επιχειρήσεις, συνεταιριστικά σχήματα) όσο και τον μετασχηματισμό υπαρχόντων πολιτιστικών οργανισμών που αναλαμβάνουν ρόλο εργοδότη, εκπαιδευτή και υποστηρικτή (DADAA & Arts Access Australia, 2012). Ωστόσο, οι κοινωνικές επιχειρήσεις μουσικής και πολιτισμού δεν αποτελούν ουδέτερους μηχανισμούς απασχόλησης, αφού ενσωματώνουν αρχές συμμετοχής, ενδυνάμωσης και κοινωνικής αλλαγής που συνδέονται με την παράδοση των συμμετοχικών τεχνών (Higgins, 2008) και λειτουργούν μέσα σε ευρύτερες συνθήκες αγοράς και πολιτικής που συχνά περιορίζουν τη δυνατότητα προσφοράς σταθερής και αξιοπρεπώς αμειβόμενης εργασίας (Salonlahti et al., 2021). Παρά τους περιορισμούς, τέτοιες δομές μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμους ενδιάμεσους χώρους για άτομα με αναπηρία, επειδή συνδέουν την κοινοτική συμμετοχή με ρόλους εργασίας, παρέχουν εμπειρία σε πραγματικά περιβάλλοντα παραγωγής και πολιτιστικής δράσης και συμβάλλουν στη διαμόρφωση επαγγελματικής ταυτότητας ως καλλιτέχνη και εργαζόμενου στο οικοσύστημα απασχολησιμότητας του πολιτιστικού τομέα (Hall & Wilton, 2011‧ Burland et al., 2023).
Έτσι φαίνεται ότι οι κοινωνικές επιχειρήσεις και οι υβριδικές πολιτιστικές δομές μπορούν να λειτουργήσουν ως κρίσιμοι ενδιάμεσοι χώροι εργασιακής συμπερίληψης για άτομα με αναπηρία, επειδή συνδυάζουν πραγματικές απαιτήσεις παραγωγής και αγοράς με πρακτικές υποστήριξης και συμμετοχής (Hall & Wilton, 2011). Επίσης, αναδεικνύεται ότι η μετάβαση από τη μουσική συμμετοχή στην απασχόληση δεν προκύπτει αυτόματα από τη βελτίωση δεξιοτήτων αλλά απαιτεί συγκεκριμένες οργανωτικές και θεσμικές γέφυρες: πρόσβαση σε ρόλους, δίκτυα και ευκαιρίες, μηχανισμούς κατάρτισης, καθώς και προσαρμογές που μειώνουν υλικά εμπόδια και εμπόδια στάσεων (Clowes, 2017‧ Salonlahti et al., 2021). Επισημαίνεται ότι η επισφάλεια και η χαμηλή αμοιβή σε τμήματα της κοινωνικής οικονομίας υπενθυμίζουν ότι η εργασιακή συμπερίληψη οφείλει να αξιολογείται όχι μόνο με όρους συμμετοχής, αλλά και με όρους ποιότητας εργασίας, βιωσιμότητας και δικαιωμάτων. Επομένως, η επιτυχία ενός προγράμματος πρέπει να κρίνεται από την ποιότητα της θέσης, τη βιωσιμότητά της και τον σεβασμό στα δικαιώματα του εργαζομένου (Hall & Wilton, 2011). Με βάση αυτά, στη συνέχεια εστιάζουμε στους βασικούς μηχανισμούς και προϋποθέσεις που καθιστούν τις μουσικές και καλλιτεχνικές παρεμβάσεις πιο αποτελεσματικές ως διαδρομές προς βιώσιμη εργασιακή συμπερίληψη, μεταφέροντας το ενδιαφέρον από τα παραδείγματα φορέων στις συνθήκες που επιτρέπουν τη μετατροπή της συμμετοχής σε σταθερές επαγγελματικές διαδρομές.
Η γνώση φέρνει κατανόηση.
Η κατανόηση φέρνει συμπερίληψη. 💙
Μοιράσου αυτό το άρθρο με κάποιον που μπορεί να ωφεληθεί.
