Η Σπίθα ήταν μια μικρή νεράιδα με χρυσά φτερά.
Όλες οι νεράιδες πετούσαν γρήγορα. Η Σπίθα πετούσε πιο αργά.
«Δεν μπορείς να παίξεις μαζί μας», της είπαν. «Δεν προλαβαίνεις.»
Η Σπίθα κάθισε μόνη σε ένα φύλλο.
Μια μικρή σαλιγκάρα πέρασε δίπλα της. «Γιατί είσαι λυπημένη;»
«Πετώ αργά», είπε η Σπίθα.
«Κι εγώ περπατώ αργά», είπε η σαλιγκάρα. «Παίζεις μαζί μου;»
Έπαιξαν όλο το απόγευμα — αργά και χαρούμενα.
Η Σπίθα κατάλαβε: η καλύτερη φιλία δεν ψάχνει για κάποιον που να είναι σαν εσένα. Ψάχνει για κάποιον που σε δέχεται όπως είσαι.
