
Η πριγκίπισσα Χιονάτη
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα κάστρο μια πριγκίπισσα. Την έλεγαν Χιονάτη.
Είχε δέρμα λευκό σαν το χιόνι και μαλλιά μαύρα σαν το κάρβουνο.
Στο ίδιο κάστρο ζούσε και η μητριά της, η βασίλισσα.
Η βασίλισσα ζήλευε πολύ τη Χιονάτη και δεν της φερόταν καλά.

Το σπιτάκι στο δάσος
Μια μέρα η Χιονάτη έφυγε από το κάστρο και μπήκε στο δάσος.
Περπάτησε πολλή ώρα, ανάμεσα σε ψηλά δέντρα.
Τελικά βρήκε ένα μικρό σπιτάκι. Μέσα όλα ήταν μικροσκοπικά: μικρές καρέκλες, μικρά πιάτα, μικρά κρεβάτια.
Η Χιονάτη ήταν πολύ κουρασμένη. Ξάπλωσε σε ένα κρεβατάκι και αποκοιμήθηκε.

Οι εφτά νάνοι
Όταν ξύπνησε, εφτά μικροί άνθρωποι την κοίταζαν. Ήταν οι εφτά νάνοι.
«Ποια είσαι;» ρώτησαν.
«Είμαι η Χιονάτη», είπε. «Δεν έχω πού να πάω.»
Οι νάνοι της έδωσαν σούπα και ψωμί.
«Μείνε μαζί μας», είπαν. «Εδώ είσαι ασφαλής.»

Η γριούλα με το μήλο
Η βασίλισσα όμως έμαθε πού ήταν η Χιονάτη.
Ντύθηκε σαν γριούλα και πήγε στο σπιτάκι κρατώντας ένα κόκκινο μήλο.
«Πάρε ένα μήλο, κορίτσι μου», είπε.
Η Χιονάτη το δάγκωσε και αμέσως έπεσε σε βαθύ ύπνο.
Οι νάνοι γύρισαν και τη βρήκαν να κοιμάται. Δεν μπορούσαν να την ξυπνήσουν με τίποτα.

Το ξύπνημα
Οι νάνοι έμειναν δίπλα της μέρα και νύχτα.
Ένα πρωί πέρασε από το δάσος ένας πρίγκιπας. Άκουσε την ιστορία και ήρθε στο σπιτάκι.
Γονάτισε δίπλα της και της μίλησε σιγά. Τότε το κομμάτι του μήλου βγήκε από τον λαιμό της.
Η Χιονάτη άνοιξε τα μάτια της!
Οι εφτά νάνοι πετάχτηκαν από τη χαρά τους.
Από εκείνη τη μέρα η Χιονάτη ερχόταν στο σπιτάκι κάθε Κυριακή. Οι νάνοι ήταν πια η οικογένειά της.
Θυμήσου: Οικογένεια δεν είναι μόνο αυτοί που γεννηθήκαμε μαζί. Είναι και αυτοί που μας φροντίζουν.
