Μια φορά κι έναν καιρό, ένας μεγάλος λέων κοιμόταν στο δάσος. Ένα μικρό ποντίκι έτρεχε πάνω του και τον ξύπνησε.
Ο λέων θύμωσε και έπιασε το ποντίκι. «Θα σε φάω!» είπε με μεγάλη φωνή.
«Παρακαλώ, άφησέ με!» είπε το ποντίκι. «Μια μέρα θα σε βοηθήσω κι εγώ!»
Ο λέων γέλασε. Πώς θα τον βοηθούσε ένα τόσο μικρό ζωάκι; Όμως το άφησε ελεύθερο.
Λίγες μέρες αργότερα, ο λέων πιάστηκε σε ένα δίχτυ. Ούρλιαζε από πόνο. Το ποντίκι τον άκουσε, έτρεξε και έκοψε το δίχτυ με τα δόντια του.
«Είδες;» είπε το ποντίκι χαμογελώντας. «Ακόμα και ο μικρός μπορεί να βοηθήσει τον μεγάλο.»
Από εκείνη τη μέρα, ο λέων και το ποντίκι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι.
